Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Ήταν όλοι τους παιδιά μου

το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
literature.gr
http://literature.gr/itan-oloi-tous-paidia-mou-tou-dimiti-stefanaki/
Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά προκειμένου να εξηγήσει τη μεγαλειώδη παρουσία της γερμανικής λογοτεχνίας στον εικοστό αιώνα. Από απλοί παρατηρητές της κοσμογονίας του μυθιστορήματος στον 19ο αιώνα, οι Γερμανοί συγγραφείς αναδεικνύονται σε μπροστάρηδες των εξελίξεων τόσο στην καρδιά της Γερμανίας όσο και στα κέντρα της γερμανόφωνης λογοτεχνίας όπως η Βιέννη και η Πράγα. Μέσα από το έργο του Μούζιλ, του Μπροχ, του Ροτ, του Κάφκα, του Μαν και του Έσσε η γερμανική γλώσσα κατακτά αφηγηματικές κορυφές που είχε να δει από την εποχή του Γκαίτε.

Πατέρας όλων αυτών δεν είναι άλλος από τον Φρίντριχ Νίτσε. Ο άνθρωπος που «έβαλε φωτιά» στο σπίτι της φιλοσοφίας με τις ακροβασίες της σκέψης του έμελλε να γίνει η προδρομική μορφή ενός γερμανικού θαύματος. Πολλοί τον κατηγόρησαν για «γιαλαντζί φιλόσοφο», για «ευφυολόγο της πεντάρας», για «αθυρόστομο ιδεολόγο». Η αλήθεια είναι ότι ο Νίτσε δεν υπήρξε φιλόσοφος με την αυστηρή έννοια του όρου, καθώς δεν οικοδόμησε συστηματικά ένα δικό του ιδεολογικό σύμπαν. Υπήρξε όμως ο γοητευτικότερος αφηγητής των ιδεών, ένας απαράμιλλος σχολιαστής της ανθρώπινης ύπαρξης. Με τον Ζαρατούστρα του πρόβαρε, εν αγνοία του, το κουστούμι του νεωτερικού μυθιστορήματος, δίνοντας το πειραματικό υπόβαθρο στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ και στο τελευταίο μέρος της τριλογίας «Υπνοβάτες» του Μπροχ. Με την «Γέννηση της Τραγωδίας» κατέδειξε το αναπόφευκτο της διττής φύσης του ανθρώπου. Αυτό που ένωσε τελικά το απολλώνιο φως με το διονυσιακό ζόφος δεν ήταν εντέλει παρά η κομβική νιτσεϊκή σκέψη. Λέμε συχνά ότι οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι φιλοσόφησαν πιο έντιμα και ουσιαστικά από τους κατ’ επάγγελμα φιλοσόφους της εποχής τους. Από την άλλη φιλοσοφικοί νόες όπως ο Νίτσε, ο άσωτος αυτός γιος της σοφίας, αποτέλεσαν δεξαμενή ιδεών για τις αγέραστες διάνοιες της μεγάλης λογοτεχνίας. Αρκεί κανείς να σταθεί στον νιτσεϊκό αφορισμό, «ζούμε με το φόβο της μνήμης και της εσωστρέφειας», με την αγωνία πώς να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, για να φωτίσει μεγάλο μέρος της πραγματικότητας αλλά και της μυθοπλασίας.

Σε κάθε περίπτωση ο Νίτσε έδειξε το δρόμο στους επιφανείς κληρονόμους του, στους πρωτοπόρους Γερμανούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Κι από εκεί που βρίσκεται σήμερα θα μπορούσε, με την αυθαίρετη υπερβολή που τον διέκρινε πάντα, να δανειστεί τον τίτλο του γνωστού θεατρικού έργου του Άρθουρ Μίλερ και να αναφωνήσει αυτάρεσκα: «Ήταν όλοι τους παιδιά μου!»

του Δημήτρη Στεφανάκη