Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Περί λογοτεχνίας...


"Η λογοτεχνία είναι ένα όνειρο και γι αυτό, σύμφωνα με τον ποιητή Πωλ Βαλερύ: «όλες οι υπερβολές του ονείρου της ανήκουν».

Καταγραφή ενός προσωπικού κραδασμού; Αποτύπωση της αρμονίας; Μια περιχαρακωμένη περιοχή δεδομένων σκέψεων ή μια σαφής απεικόνιση ενός μετασχηματισμένου κόσμου; Τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία; Μια παραγωγή λέξεων ικανών να νοηματοδοτήσουν το ατομικό και κοινωνικό μας επίπεδο ή ένα προϊόν της πεισματικής προσπάθειας μερικών ανθρώπων να αρθρώσουν έναν αληθινό λόγο;
Μήπως τελικά είναι απλώς το μοναδικό αξιακό μέτρο που έχουμε για την αξιολόγηση ενός πολιτισμού, αφού σε κάθε εποχή οι αλήθειες που την χαρακτήριζαν ενσωματώνονταν μέσα στο λογοτεχνικό σύμπαν που συνέθετε ο πνευματικός της κόσμος;
Σήμερα η ελληνική κοινωνία πάσχει καθολικά, ανήμπορη να δεχτεί το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας, απόλυτα υποβαθμισμένης σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι Κασσάνδρες της εποχής επιμένουν να φωνάζουν ότι η καλή, σύμφωνα με τους όρους της κλασικής, λογοτεχνία εξοστρακίζεται σιγά-σιγά από μια κοινωνία που έχει τόσο απόλυτα διαβρωθεί. Είναι σίγουρο όμως ότι, όπως έχει συμβεί και σε παλαιότερες εποχές, όταν η κοινωνία καταφέρει να ξεπεράσει το αρχικό σοκ που της προκάλεσε η διάψευση, τότε θα στραφεί να ζητήσει ελπίδα από τις πνευματικές φυσιογνωμίες, εκείνες που θα είναι ικανές να εμπνεύσουν ξανά τη χαμένη αίσθηση ότι υπάρχει πολιτισμός σ’ αυτόν τον τόπο και μοιραία θα επανατοποθετήσει τα πράγματα, αναζητώντας νέες μορφές κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας.
Η λογοτεχνία οφείλει να δείξει ότι ο ελεύθερος στοχασμός, ο στοχασμός που αναπτύσσεται δυναμικά, παιδαγωγικά και προπαντός με συναίσθηση ευθύνης, μπορεί να γίνει ένα ελεύθερο έδαφος στο οποίο οι ηθικές αξίες μιας ολόκληρης κοινωνίας θα μπορούν τόσο να αναχθούν σε πρωταρχικό μέλημα όσο και να προστατευθούν. Και μόνο με αυτόν τον τρόπο ο πολιτισμός επανέρχεται σε έναν τόπο.
Και για τον ίδιο τον δημιουργό; Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει η λογοτεχνία ιδιαίτερα στις μέρες μας; Είναι δεδομένο ότι ένα λογοτεχνικό έργο αποτελεί ταυτόχρονα τον προσδιοριστικό παράγοντα ταυτότητας ενός δημιουργού και καθορίζει παράλληλα και τον προσωπικό οδηγό ισορροπίας και επιβίωσής του, καθώς ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής που εξελίσσεται παράλληλα και αλληλένδετα με την πραγματική, σ' έναν άλλο, ιδιαίτερο, απόκρυφο κόσμο, τα όρια του οποίου διαρκώς μετατοπίζονται. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει ενυπάρχει ακριβώς σ' αυτόν τον κόσμο, τον μυστικά υπαρκτό και αδιόρατα θεατό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φλωμπέρ διατυμπάνιζε πως «κάθε έργο προς σύνθεση έχει τη δική του ποιητική που πρέπει να τη βρούμε», υπονοώντας πως ο συνδυασμός ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις είναι που διαμορφώνει ανά εποχή το μυθιστόρημα και η ποιητική υπερβολή που εντάσσει σ’ αυτό το συναίσθημα είναι ο λόγος που ένα λογοτεχνικό έργο παίρνει αξία. Σε όλες τις περιπτώσεις η αφηγηματική ισορροπία είναι το ζητούμενο και για την επίτευξή της είναι απαιτούμενος ο συγκερασμός πολλών δεδομένων, αφού στην τέχνη δεν υπάρχει πιστή απεικόνιση ή όπως ο Αντρέ Μαλρώ έλεγε: «δεν υπάρχει στην τέχνη πιστή φωτογραφία».
Η ύπαρξη στοιχείων με την ταυτόχρονη ανυπαρξία τους, η λύτρωση από την κοινωνική ασκήμια και τελικά η αγνότητα ως πρωτεϊκό αποτέλεσμα της τέχνης είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται σε ένα λογοτεχνικό έργο για να του δώσουν ζωή και κατ’ επέκταση να εφοδιάσουν με το απαραίτητο πνευματικό οξυγόνο τον δημιουργό του.
Η ιδεολογία που φανερά ή υποδόρια διαπερνά το έργο και η λογοτεχνική αξιοποίηση των διακειμενικών προσεγγίσεών του είναι παράγοντες που ο λογοτέχνης πρέπει να έχει κατά νου αν θέλει να προσδώσει στο έργο του την απαραίτητη αισθητική αξία. Το έργο μπορεί να γίνει μια σημαντική πηγή καταγγελίας, μια εξεικονισμένη λεκτική διαμαρτυρία, ένας αφυπνιστικός στοχασμός και η κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας είναι δεδομένη και διαχρονική με την έννοια ότι σε περιόδους κοινωνικής και ηθικής κρίσης προσανατολιζόταν σε θεματογραφία ανάλογη των περιστάσεων. Αυτό συνέβαινε επειδή οι άνθρωποι οι οποίοι εκπροσωπούσαν την πνευματική ηγεσία αυτού του τόπου είχαν επιλέξει μέσα από το έργο τους να διερευνούν και να συντάσσονται στα προβλήματα της κοινωνίας, αναζητώντας λύσεις γι αυτά.
Μα πέρα και πάνω από όλα αυτά η λογοτεχνία είναι τρόπος ζωής τόσο για τον δημιουργό της όσο και για τον τελικό αποδέκτη της. Ένα πνευματικό αντιστάθμισμα στον εκάστοτε σκοταδισμό. Ένας έρωτας που γεννιέται ερήμην σου και γιγαντώνεται μέσα σου. Κι όπως κάθε έρωτας μπορεί ταυτόχρονα να κάνει τον ερωτευμένο να επιχειρεί ένα ταξίδι τόσο μέσα στον προσωπικό του κόσμο όσο και πέρα από αυτόν. Ένα εθισμός στον οποίο ενδίδει κανείς όπως συμβαίνει πάντα χωρίς καλά καλά να το καταλάβει.
Το κυριότερο είναι ότι γίνεται ο τρόπος που αναζητά κανείς τις προσωπικές του αλήθειες. Το δικό του μονοπάτι ζωής, ένα μονοπάτι ερμητικής καθαρότητας που όταν περάσει μέσα σ’ αυτό μπορεί να δει τον κόσμο με εντελώς διαφορετικά μάτια. Η λογοτεχνία είναι ένα όνειρο και γι αυτό, σύμφωνα με τον ποιητή Πωλ Βαλερύ: «όλες οι υπερβολές του ονείρου της ανήκουν». 

Τέσυ Μπάιλα
Περί Λογοτεχνίας, culturenow.gr, τεύχος 25, αφιέρωμα στη Λογοτεχνία, Καλοκαίρι 2013.
 

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Ο πρωταγωνιστής χρόνος

Αν δεχτούμε ότι ο κόσμος της μυθοπλασίας τοποθετείται στις διαστάσεις του πραγματικού, τότε η τέταρτη διάστασή του, ο χρόνος, είναι σίγουρα η πιο σημαντική. Στην αφήγηση η παρουσία του είναι αδιαπραγμάτευτη παρότι ο αφηγητής δεν το αντιλαμβάνεται συνήθως. Χωρίς το πέρασμά του η ζωή θα ακινητούσε, τίποτε δεν θα συνέβαινε και κατ’ επέκταση δεν θα είχαμε τίποτε να διηγηθούμε. Ίσως λοιπόν η ίδια η αφήγηση δεν είναι παρά μια από τις πολλές μεταμορφώσεις του χρόνου όπερ σημαίνει ότι στη λογοτεχνία ο χρόνος είναι πάντοτε ο σκιώδης πρωταγωνιστής.
Ο Μαρσέλ Προυστ, με το γνωστό πολύτομο αριστούργημά του οικοδόμησε τον καθεδρικό του χρόνου, περιγράφοντάς τον όχι μόνο ως διάσταση της ύπαρξής μας αλλά και ως υποκειμενική αίσθηση. Στο «αναζητώντας τον Χαμένο χρόνο» ο γάλλος συγγραφέας χαρτογραφεί την επικράτεια των περασμένων καταδεικνύοντας ότι ο χρόνος είναι στην ουσία μνήμη. Δεν έχει νόημα να επικαλεστούμε κάποια ανάμνηση έξω από το χρόνο, γιατί δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι στην ουσία «θυμούνται» το χρόνο κι ίσως ο χρόνος δεν είναι παρά μια παρενέργεια της μνήμης. Την ίδια στιγμή ωστόσο ο Προυστ αμφιβάλλει σοβαρά αν και κατά πόσο η συμβατική μνήμη των ανθρώπων μπορεί να αποταμιεύσει το θαύμα της ζωής στα στενά όρια της λογικής. Οι πολυπληθείς χαρακτήρες του έργου παρελαύνουν ως δεσμώτες της μνήμης του αφηγητή που μοιάζει να ανακαλύπτει μέσα απ’ τις αναμνήσεις του μια δεύτερη ζωή. Το περίφημο επεισόδιο με τη μαντλέν και το φλιτζάνι με το τσάι, που πυροδοτεί μια σειρά αναμνήσεων, σηματοδοτεί την συναισθηματική σχέση του ανθρώπου με το χρόνο.

«Και ξαφνικά παρουσιάστηκε η ανάμνηση. Αυτή η γεύση ήταν η γεύση του μικρού κομματιού της μαντλεν που την Κυριακή το πρωί στο Κομπραί (την μέρα εκείνη δεν έβγαινε πριν απ’ την ώρα της λειτουργίας) μου πρόσφερε η θεία μου η Λεονί, όταν πήγαινα να της πω καλημέρα στο δωμάτιό της, αφού πρώτα το βουτούσε στο τσάι ή στο φλαμούρι της…»
Την σημασία της συναισθηματικής μνήμης δεν φαίνεται να συμμερίζεται ένας άλλος γάλλος συγγραφέας, ο Αλμπέρ Καμύ. Στο πρώτο του μυθιστόρημα ο «Ξένος» εγκαινιάζει τη λογοτεχνική του δόξα με τρεις απλές φράσεις: «Σήμερα πέθανε η μαμά. Μπορεί και χτες δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα απ’ το άσυλο». Πρωταγωνιστής κι εδώ ο χρόνος που ορίζεται με το σήμερα ή το χτες. Η αφήγηση καταστρώνεται με την αυστηρή λογική του τηλέγραφου και οι αναμνήσεις του αφηγητή βαραίνουν στην τελική του καταδίκη που θα τον οδηγήσει στη λαιμητόμο. Η επίκληση του χρόνου δεν γίνεται με νοσταλγική διάθεση. Κάθε μέρα που περνά επιβεβαιώνει απλώς το παράλογο αυτού του κόσμου μέσα σε ατμόσφαιρα καφκικής αγωνίας.
Σε κείμενα εκλαϊκευμένης αστρονομίας μαθαίνει κανείς πως αυτό που ζούμε εμείς σήμερα θα είναι ορατό μ’ ένα ισχυρό τηλεσκόπιο από κάποιο μακρινό σημείο του σύμπαντος ύστερα από πολλά-πολλά χρόνια, αφού η εικόνα μας ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός και θα φτάσει εκεί σε άλλη χρονική στιγμή. Κατά τον ίδιο τρόπο ό,τι βλέπουμε ατενίζοντας τον βραδινό ουρανό δεν είναι παρά ένα μακρινό παρελθόν. Πολλά από τα αστέρια που κοσμούν το στερέωμα έχουν ίσως σβήσει από καιρό.
Η σχετικότητα του χρόνου βρίσκει απόλυτη εφαρμογή και στη λογοτεχνία. Άλλωστε ο λογοτεχνικός χρόνος ποτέ δεν ταυτίζεται με τον πραγματικό. Από την εποχή του Ομήρου εγκαινιάστηκαν οι βασικές αφηγηματικές τεχνικές που ακολουθούμε μέχρι σήμερα. Η επιτάχυνση είναι μία από αυτές με την οποία συμπυκνώνουμε μεγάλα διαστήματα κι ό,τι συμβαίνει μέσα σ’ αυτά. Μια άλλη μορφή επιτάχυνσης είναι τα αφηγηματικά κενά, όπου όχι απλώς συμπυκνώνουμε αλλά παραλείπουμε χρονικές περιόδους λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Στην επιβράδυνση αντίθετα ακόμα και μια στιγμή μεγεθύνεται σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης διήγησης. Τέλος η λογοτεχνική σύμβαση της ανατροπής δεν θα υπήρχε χωρίς το χρόνο αφού το πέρασμά του είναι εκείνο που επαληθεύει, διαψεύδει ή ανατρέπει καταστάσεις, και μαζί τα όνειρα τους φόβους και τις προσδοκίες των ανθρώπων.
Είναι προφανές ότι η λογοτεχνική εξίσωση του χρόνου παραμένει άλυτη αν δεν λάβει κανείς υπόψη του τον άγνωστο χ που είναι η ψυχή του ανθρώπου. Εκεί φαίνεται ότι εγκαταβιώνει ο χρόνος και για τον υπολογισμό του απαιτείται η περίπλοκη αριθμητική των συναισθημάτων.

του Δημήτρη Στεφανάκη