Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο άνθρωπος που συνέδεσε το πεπρωμένο του με την πόλη της Αλεξάνδρειας αποτελεί ασφαλώς μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Σε μια επίδειξη ποιητικής ανταρσίας θεμελίωσε το δικαίωμά του στην αθανασία κινούμενος συχνά μεταξύ αφήγησης και διδακτισμού – αμαρτήματα θανάσιμα για ένα ποιητή του εικοστού αιώνα. Αν όμως αμφιταλαντεύεται κανείς μπροστά στο αίνιγμα της καβαφικής μεγαλοσύνης, δεν έχει παρά να σκεφτεί πώς ένας θρησκόληπτος, πανσλαβιστής συγγραφέας σαν τον Ντοστογιέφσκι κατάφερε αντίστοιχα παρά τις προσωπικές του εμμονές να οικοδομήσει το μεγαλύτερο μυθιστορηματικό κόσμο στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Το καβαφικό αντάρτικο είναι εντέλει η προσφορά του έκκεντρου ελληνισμού στην νεοελληνική λογοτεχνία.


Έχοντας στην κυριολεξία καταπιεί την Παλατινή Ανθολογία αισθάνεται αρκούντως ασφαλής προκειμένου να απαλλαγεί από την τυραννία του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας μέσα στην οποία ασφυκτιά. Με απόλυτη νηφαλιότητα σχεδιάζει σε πεζούς στίχους το «μυθιστόρημα της Αλεξάνδρειας». Τα καβαφικά επεισόδια συνιστούν μια νέα, ενδιαφέρουσα διαστρωμάτωση της ίδιας της Ιστορίας. Ο Αντώνιος είναι ο χαρακτηριστικός ήρωας της καβαφικής μυθολογίας. Η παρουσία του διαθλάται ακόμα και στο ποίημα Η Πόλις. «Αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις», αλλά «…καινούργιους τόπους δεν θα βρεις… έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ… σε όλη την γη την χάλασες». Ο ποιητής ειρωνεύεται τον υπερφίαλο ήρωά του, αλλά ταυτόχρονα θρηνεί γι αυτόν. «Τα έργα σου που απέτυχαν… τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες…» Τα σχέδια του Αντωνίου για μια νέα ελληνιστική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια ήταν μια πρόκληση για τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του και η ίδια η Ιστορία τον εκδικήθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Ο ποιητής συντάσσεται με τα ανέφικτα όνειρα των ανθρώπων.

Ο Καβάφης, δεν υπάρχει αμφιβολία, αγαπά την Ιστορία αλλά πάνω από όλα τον έρωτα και το κάλλος. Έλκεται από την νεότητα και τον μαγνητισμό των σωμάτων, εμπνέεται από τολμηρές φαντασιώσεις ενίοτε νοσηρές. Όποτε καλείται πάντως να απαντήσει στο δίλημμα Ιστορία ή έρωτας το κάνει με ξεκάθαρο τρόπο:
Ήρθε να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά
Δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
Και τα παράτησε. Στον καναπέ
Μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία –
Αλλ’ είναι είκοσι τριών ετών κ’ είν’ όμορφος πολύ·
Και σήμερα τ’ απόγευμα πέρασ’ ο έρως…
Στα ερωτικά ποιήματα, εντέλει, συντάσσεται με τα δικά του ανέφικτα όνειρα. Το «εμείς» γίνεται ξαφνικά «εγώ», όμως η σημειωτική της ήττας και της παρακμής παραμένει αυτούσια. Την ερωτική μυθολογία του Καβάφη την διαπερνά μια απελπισμένη νοσταλγία. Όλα εκτυλίσσονται σε ένα απωθημένο παρελθόν, οι αναμνήσεις είναι θολές και απροσδιόριστες, οι τόποι και τα πρόσωπα ασαφή. Οι εκμυστηρεύσεις του ποιητή στον αναγνώστη του είναι τολμηρές και είναι στιγμές που ο τελευταίος αισθάνεται αμηχανία από την διεγερμένη συνείδηση του πρώτου. Κανένα εθνικό μεγαλείο εδώ, καμία παλικαριά, κανένα θάλλος. Ο ακρίτας του Παλαμά νικά τον χρόνο και τον Χάροντα. Ο «ανδρείος της ηδονής» του Καβάφη ηττάται οικτρά από το χρόνο, αρθρώνοντας μετά δυσκολίας τα αδόκιμα Ελληνικά του, για να περιγράψει το δράμα

Όμως ενώ ο πλούσιος Παλαμικός λόγος ρέει αβίαστα, ο Καβάφης μοιάζει να παρατάσσει τις λέξεις ακριβώς όπως ένας ικανότατος στρατηγός τους στρατιώτες του. Το πλεονέκτημα εκείνου που γράφει μια γλώσσα σαν να μην είναι η μητρική του, έγκειται στο γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μηχανικά τις λέξεις. Αφουγκράζεται τη μαγεία τους ακριβώς όπως ένα μικρό παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά στον κόσμο του λόγου. Αντιλαμβάνεται τη χρήση τους ως δομικών υλικών σε μια εύθραυστη σύνθεση η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει από καθετί περιττό και άσκοπο. Η γεωμετρική ακρίβεια των Καβαφικών στίχων μεταφέρει αυτούσιο τον ιδεολογικό της πυρήνα και προσφέρεται για αποστήθιση. Έτσι ο Αλεξανδρινός ποιητής γίνεται ο τρίτος μετά τον Σολωμό και τον Κάλβο, που μεγαλουργεί σε μια γλώσσα την οποία έγραφε σαν ξένη.
Η διαμάχη Παλαμά-Καβάφη ή Καβάφη-Παλαμά, αν προτιμάτε, και ως προς τα επί μέρους επεισόδια της αλλά και ως προς την έκβασή της, προσφέρεται προκειμένου να αντλήσει κανείς χρήσιμα συμπεράσματα. Η παλαμική μούσα εκκινεί με σαφές προβάδισμα έναντι της αντίστοιχης καβαφικής. Η εθνικά συντεταγμένη ποίηση της εποχής δύσκολα θα μπορούσε να δεχθεί τα «καινά δαιμόνια» και η γλωσσική κοσμογονία του Παλαμά παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της. Η ποιητική ιδιοτροπία του Καβάφη μοιάζει καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο ίδιος αποφεύγει οποιαδήποτε μετωπική σύγκρουση με τον μεγάλο αντίζηλο και ετεροχρονίζει την επίλυση της διαφοράς τους, όταν φέρεται να λέει: «Είμαι ο ποιητής των επόμενων γενεών». Το μέλλον θα τον δικαιώσει απόλυτα.
Όμως η συνεισφορά του Καβάφη δεν εξαντλείται σε αυτό. Μετά το αρχικό μπινγκ-μπανγκ της ποιητικής του κοσμογονίας το καβαφικό σύμπαν μοιάζει να διαστέλλεται συνεχώς κερδίζοντας νέα ερείσματα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Σε όσους αναρωτιούνται ακόμα αν στο σύμπαν αυτό η επίσημη Ιστορία αποτελεί διάσταση του Έρωτα ή το αντίθετο δύσκολα θα μπορούσε κανείς να απαντήσει. Το σίγουρο είναι ότι τους στίχους του ποιητή διατρέχει ένας γνήσιος αλεξανδρινός αισθησιασμός.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, εντέλει, είναι ο άνθρωπος που σκηνογράφησε μια ολόκληρη πόλη στη λογική ενός κινηματογραφικού σκηνικού. Μετά τον Καβάφη η λέξη Αλεξάνδρεια είναι περισσότερο μια λογοτεχνική σύμβαση, μια Καβαφική επινόηση και λιγότερο μια πραγματική πολιτεία.
Δημήτρης Στεφανάκης